Saturday, March 10, 2007

Η σύμβαση εξαρτημένης δουλείας ή γιατί ο εργοδότης είναι ισχυρότερος από τον εργαζόμενο

Το εργατικό δίκαιο, λένε κάποιοι από τους θεωρητικούς του, είναι μεροληπτικό δίκαιο (κάποιοι υποστηρίζουν ότι είναι και ταξικό δίκαιο, καθώς προέκυψε ως αποτέλεσμα ταξικών διεκδικήσεων), είναι το δίκαιο που προστατεύει τον εργαζόμενο και εξισορροπεί, μέσω της κρατικής παρεμβάσεως, τη δυσμενή θέση του έναντι του οικονομικώς ισχυρότερου εργοδότη. Επισημαίνεται από αυτή την άποψη ότι ο εργαζόμενος πρέπει να προστατευθεί, διότι, στα πλαίσια μιας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, θέτει την ίδια του την ύπαρξη, το σύνολο των παραγωγικών του δυνάμεων, στη διάθεση του εργοδότη του κατά τη διάρκεια του ωραρίου εργασίας.

Η θεώρηση αυτή, η οποία εξομοιώνει τον εργαζόμενο λίγο έως πολύ με σκλάβο, συχνά χρησιμοποείται, ώστε να δικαιολογηθούν συναισθηματικά κάποιες διατάξεις προστατευτικές για τους εργαζομένους. Παραβλέπει όμως πολλές παραμέτρους, οι οποίες έχουν, εκτός από συναισθηματική αξία, και σημασία στο πεδίο επιλογών "κοινωνικής" πολιτικής.

Με τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ο εργαζόμενος αναλαμβάνει να παρέχει την εργασία του στα πλαίσια του ωραρίου που του καθορίζει ο εργοδότης, στον τόπο που του υποδεικνύει ο εργοδότης και σύμφωνα με τις οδηγίες του εργοδότη. Αυτό που παρουσιάζεται δυσμενώς ως "διάθεση όλων των παραγωγικών δυνάμεων" κατά τη διάρκεια του ωραρίου είναι, στην πραγματικότητα, η δέσμευση του εργαζομένου να εκτελεί τα καθήκοντα που αντιστοιχούν στη θέση εργασίας του (δηλαδή όχι ό,τι νάναι) με κάποια εξειδίκευση από τον εργοδότη του. Εάν ο εργαζόμενος αποδίδει 100% ή 80% των δυνατοτήτων του είναι κάτι που, στην πράξη, δύσκολα μπορεί να ελεγχθεί και, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να απολυθεί εύκολα, ακόμη κι αν αποδίδει στο 50% των δυνάμεών του.

Αλλά η βασική παράμετρος που παραλείπεται είναι ότι η υποχρέωση του εργαζομένου εξαντλείται στην παροχή της εργασίας του επί ορισμένη ώρα, δεν εξαρτάται (κατά κανόνα) ο μισθός του από την αποτελεσματικότητά του και δεν αναλαμβάνει το παραμικρό ρίσκο. Είτε πωληθούν τα προϊόντα του εργοστασίου όπου εργάζεται είτε όχι, ο εργαζόμενος θα εξακολουθήσει να έχει πλήρη την αξίωση του μισθού του έναντι του εργοδότη του. Ο εργοδότης έχει επιβαρυνθεί με τη διαδικασία, τις δαπάνες, αλλά κυρίως το ρίσκο που απαιτείται για να στηθεί η επιχείρηση, στην οποία απασχολείται ο εργαζόμενος, ο οποίος από την πλευρά του ξέρει ότι με την παρουσία του επί 8ωρο κάθε μέρα στη δουλειά αυτή αποκτά μισθολογική αξίωση. Είναι εύλογο (και, θα μπορούσε να πει κανείς, "κοινωνικά δίκαιο"), συνεπώς, η προσδοκία κέρδους του επιχειρηματία, για τους παραπάνω λόγους, να είναι σημαντικά μεγαλύτερη από τις μισθολογικές απολαβές του εργαζομένου. Μάλιστα, όσο περισσότερους εργαζομένους απασχολεί ένας εργοδότης, τόσο μεγαλύτερο ρίσκο αναλαμβάνει - ως εκ τούτου, δικαιολογείται και λειτουργικά ακόμη περισσότερο η εσόδευση από αυτόν μεγαλύτερων κερδών.

Κατά κανόνα, λοιπόν, οι εργοδότες είναι οικονομικά ισχυρότεροι από τους εργαζομένους. Η πολύ στρεβλή κρατούσα αντίληψη θεωρεί ότι, για το λόγο αυτό, οι εργοδότες έχουν το πάνω χέρι στις διαπραγματεύσεις για τους όρους της συμβάσεως εργασίας και, στην πραγματικότητα, κατορθώνουν να επιβάλλουν στους εργαζομένους τους όρους που οι ίδιοι θέλουν. Γι' αυτό, λέει, απαιτείται να επέμβει η Πολιτεία (πανταχού παρούσα και τα πάντα πληρούσα!) και με δεσμευτικές διατάξεις της ("αναγκαστικού δικαίου" τις ονομάζουν οι νομικοί) να ορίσει κάποιο ελάχιστο επίπεδο προστασίας των εργαζομένων και ένα minimum όρων εργασίας, κάτω από το οποίο (εις βάρος των εργαζομένων) δεν επιτρέπεται να πέσει η σύμβαση εργασίας. Όπως είναι φυσικό, αφού η αντίληψη είναι αρχήθεν εσφαλμένη, είναι προς τη λάθος κατεύθυνση και οι υιοθετούμενες λύσεις.

Στην πραγματικότητα, ο λόγος που ο εργοδότης υπερέχει (συνήθως) σε διαπραγματευτική δύναμη είναι ότι οι θέσεις εργασίας είναι λιγότερες από τους αναζητούντες εργασία. Ο εργαζόμενος που δέχεται τους όρους που του επιβάλλει ο εργοδότης του δεν το κάνει θαμπωμένος από τα πλούτη του εργοδότη, αλλά επειδή φοβάται ότι δε θα βρει αλλού δουλειά. Όπως μπορεί να διαπιστωθεί, λειτουργεί παρομοίως και το αντίστροφο παράδειγμα: οι εργαζόμενοι που έχουν σπάνιες ή πολύτιμες ειδικότητες και τα καταξιωμένα διευθυντικά στελέχη έχουν μερικές φορές ακόμη και το πάνω χέρι, σε σχέση με τους εργοδότες τους, κατά τον καθορισμό των όρων της συμβάσεως εργασίας. Μπορούν να προσβλέπουν σε άλλους εργοδότες, που θα τους παράσχουν ακόμη και καλύτερους όρους - στην περίπτωση των ειδικευμένων στελεχών, η προσφορά εργασίας μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερη και από τη ζήτηση εργασίας.

Έτσι, αν κάποια κυβερνητική ή κοινοβουλευτική πλειοψηφία θέλει πραγματικά να βοηθήσει τους εργαζομένους να επιτύχουν καλύτερους όρους εργασίας, πρέπει να στραφεί στην καταπολέμηση της δυσαναλογίας προσφοράς και ζητήσεως θέσεων εργασίας - ή, πρακτικά, να διασφαλίσει (ή μάλλον να μην αποτρέψει με τις άκαιρες επεμβάσεις της) τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας - δηλαδή να αποφύγει, ακριβώς, τις ενέργειες εκείνες που είναι το αποτέλεσμα της δαιμονοποίησης των εργοδοτών και της στρεβλώσεως (μέσω της διεκτραγωδήσεως, που ανέφερα προηγουμένως) του ρόλου του εργαζομένου στην παραγωγική διαδικασία. Κάποια από τα μέτρα αυτά είναι και οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, στις οποίες αναφέρθηκα στο προηγούμενο post και τις οποίες σκοπεύω να παρουσιάσω στο μέλλον. Το παρόν κείμενο ας θεωρηθεί μια (δεύτερη) εισαγωγή στο θέμα.

2 comments:

Κοινότητα Εκάλης said...

ειναι ανταλλαγη, εγω ως εργατης δινω 8 ωρες απο την μερα μου, τις γνωσεις μου και τις ικανοτητες και σε ανταλλαγμα ο εργαοδοτης 'νοικιαζει' τις 'υπηρεσιες' μου.

Athanasios Tsiouras said...

Αυτό ακριβώς που λέτε είναι (στο πρωτότυπο κείμενο του Αστικού Κώδικα, στην καθαρεύουσα, ο εργαζόμενος ονομάζεται "εκμισθωτής εργασίας"), αλλά η μεγάλη πλειοψηφία των πολιτικών, νομικών κ.λπ. το αντιμετωπίζει διαφορετικά - σαν (σχεδόν) ετεροβαρή σύμβαση, όπου ο εργοδότης αντλεί την "υπεραξία" της εργασίας, έναντι της οποίας παρέχει ένα ελάχιστο τμήμα αυτής, το μισθό.